
Πραγματικά, την κανονισμένη μέρα η τηλεφωνήτρια με ειδοποίησε πως θα με συνδέσει με το θέρετρο. Η Γιου Γιου καθόταν δίπλα μου στο πάτωμα. Την πήρα αγκαλιά. Το τηλέφωνο χτύπησε και στο ακουστικό άρχισε ν' αντηχεί η γλυκιά φωνή του Κόλια. Μου μιλούσε για τις εντυπώσεις και για τους φίλους που γνώρισε στην εξοχή. Κάποια στιγμή του επανέλαβα την παράκληση:
-Κόλια, αγάπη μου, τώρα θα βάλω το ακουστικό στο αυτί της Γιου Γιου. Να, τώρα! Έλα, μίλησε της με τα λόγια που της έλεγες.
-Ποια λόγια; Δε θυμάμαι τίποτα, απάντησε αδιάφορος ο μικρούλης.
-Κόλια, έλα, μην κάνεις έτσι, η Γιου-Γιου περιμένει στο τηλέφωνο. Πες της κάτι το χαιδευτικό. Έλα γρήγορα!
-Δεν ξέρω τι να της πω. Δε θυμάμαι. Θα μου αγοράσεις ένα κλουβί για πουλιά, σαν αυτά που έχουν κρεμασμένα εδώ έξω από τα παράθυρα;
-Κόλια, έλα, σε παρακαλώ, πες κάτι στη γατούλα. Μου υποσχέθηκες ότι θα της μιλήσεις...
-Μα, εγώ δεν ξέρω να μιλάω με τις γάτες. Δεν ξέρω. Ξέχασα...
Στο τηλέφωνο ακούστηκε η αυστηρή φωνή της τηλεφωνήτριας:
-Δεν επιτρέπεται να απασχολείτε τα τηλέφωνα με σαχλαμάρες. Κλείστε αμέσως το τηλέφωνο. Περιμένουν να μιλήσουν κι άλλοι για σοβαρά πράγματα, κι όχι για αηδίες...
Ακούστηκε ένα τσακ τσακ και το τηλέφωνο έκλεισε.
Κι έτσι δυστυχώς δεν μπόρεσα να επαληθεύσω το πείραμα με τη Γιου Γιου. Κρίμα!
Δεν πάει πολύς καιρός που η Γιου Γιου γερασμένη κι άρρωστη μας άφησε χρόνους. Τώρα έχουμε ένα χοντρό και παιχνιδιάρη γάτο. Αλλά γι' αυτόν, αγαπητή μου Νίκα, θα σου μιλήσω άλλη φορά...
(Α. Ι. Κουπρίν - Γιου Γιου)








