
Να 'μαι λοιπόν στο κατάστημα μικρών ζώων στο Μπέρκλυ της Καλιφόρνιας, αρχές της δεκαετίας του '50, αγοράζω κιμά από κρέας αλόγου. Ο λόγος που δουλεύω χωρίς συμβόλαιο και μονίμως τη βγάζω στην ψάθα (πρώτη φορά το παραδέχομαι αυτό), είναι ότι με τρομοκρατούν τα Πρόσωπα της Εξουσίας, τ' αφεντικά, οι μπάτσοι, οι δάσκαλοι, θέλω να δουλεύω χωρίς συμβόλαιο ώστε να μπορώ να διαφεντεύω ο ίδιος τον εαυτό μου.
Αιφνιδιαστικά, είμαι και πάλι αντιμέτωπος μ' ένα Εξουσιαστικό Πρόσωπο, δεν μπορείς να ξεφύγεις από τη Νέμεσή σου. Το είχα ξεχάσει αυτό.
Μου λέει ο υπάλληλος: "Αγοράζετε αλογίσιο κρέας και το τρώτε, ε;"
Να τόνε, δυο μέτρα, εκατόν πενήντα κιλά, να μου ρίχνει μια ματιά από ψηλά. Κι εγώ, στη σκέψη μου, είμαι πάλι πέντε χρονών κι έχω χύσει κόλλα στο πάτωμα του νηπιαγωγείου .
"Μάλιστα κύριε", παραδέχομαι. Θέλω να του πω. Κοίτα, ξαγρυπνάω όλη τη νύχτα και γράφω διηγήματα ε.φ. κι είμαι φτωχός, μα το Θεό, αλλά το ξέρω ότι τα πράγματα θα καλυτερέψουν, έχω μια γυναίκα που αγαπάω, έναν γάτο, ένα παλιό σπίτι που αγόρασα με δόσεις αυτός όμως ενδιαφέρεται για μια μονάχα πλευρά της συφοριασμένης (αλλά γεμάτης προσδοκίες) ζωής μου. Ξέρω τι θα μου πει. Πάντα ήξερα.
Η ε.φ είναι μια επαναστατική μορφή τέχνης κι έχει ανάγκη από συγγραφείς κι αναγνώστες με "κακή" συμπεριφορά. Η συμπεριφορά μου αυτή κρύβεται στα θέματα που υπάρχουν στα γραπτά μου. Ο θάνατος με τρελαίνει. Το μαρτύριο των ανθρώπων και των ζώων με τρελαίνει. Κάθε φορά που κάποιος πεθαίνει, βρίζω το θεό - και το κάνω συνειδητά. Νιώθω οργή απέναντι του. Θα 'θελα να τον είχα μπροστά μου να τον ανακρίνω, να του πω πως πιστεύω ότι ο κόσμος έχει γίνει χάλια, ότι ο άνθρωπος "έπεσε", όχι γιατί αμάρτησε αλλά γιατί σπρώχτηκε...
Έχω γνωρίσει κάθε λογής ανθρώπους, κι ήταν σε γενικές γραμμές άνθρωποι καλοί. Πλάθω τους πρωταγωνιστές στα γραπτά μου με βάση αυτούς. Κάθε τόσο, κάποιος τους πεθαίνει κι αυτό μου τη δίνει, στ' αλήθεια, σαλτάρω. "Πήρες την κοπέλα μου", θέλω να πω στον θεό. "Μα τι κάνεις; Άκουσε με! Είναι λάθος αυτό που κάνεις!"
Κι αυτή τη στιγμή είμαι οργισμένος, εξαιτίας της καλύτερής μου φίλης, της Ντόρις, 24 χρόνων. Έχει καρκίνο. Αγαπώ μια κοπελιά που ανά πάσα στιγμή μπορεί να πεθάνει κι αυτό κάνει την οργή απέναντι στο θεό και την ανθρώπινη φυλή να βράζει μέσα μου. Και γράφω. Θέλω να γράφω γι’ αυτούς που αγαπώ και να τους βάζω σ' ένα φανταστικό κόσμο, φτιαγμένο στη σκέψη μου, όχι τον κόσμο στον οποίο ζούμε, γιατί αυτός ο κόσμος δεν ικανοποιεί τις προδιαγραφές μου.
Εντάξει, ίσως θα έπρεπε να τις αναθεωρήσω. Είμαι ασυμμόρφωτος. Θα έπρεπε ν' αποδεχτώ την πραγματικότητα. Ποτέ μου δεν έκανα κάτι τέτοιο. Γι΄ αυτό και η ε.φ. Αν θες να αποδεχτείς την πραγματικότητα, άντε διάβασε Φίλιπ Ροθ. Διάβασε τους καθιερωμένους καλοπουλητάδες συγγραφείς κλασικού ύφους και θεματολογίας, που απαρτίζουν το φιλολογικό οικοδόμημα της Νέας Υόρκης. Όμως διαβάζεις ε.φ. κι εγώ την γράφω για σένα. Θέλω με το γράψιμό μου να δείξω τι αγαπώ (τους φίλους μου) και τι μισώ με αγριότητα (τα κακά που τους τυχαίνουν).








