
Τζόναθαν Κόου – Οι Νάνοι Του Θανάτου
Διάβασα πρόσφατα το συγκεκριμένο βιβλίο και επειδή μου άρεσε, σκέφτηκα να το μοιραστώ μαζί σας. Ιδού λοιπόν κάποια αγαπημένα αποσπάσματα:
Υπήρχαν φορές που μου ερχόταν να τη σκοτώσω
Αλλά θα τρελαινόμουν αν πάθαινε κάτι…
Ξέρω, ξέρω, τα πράγματα είναι σοβαρά
Ήμουν τόσο ερωτευμένος με την Μαντλίν που μερικές φορές στη δουλειά με έπιαναν ρίγη και μόνο στη σκέψη της: έτρεμα από πανικό κι απόλαυση, και κατέληγα να μου πέφτουνε από τα χέρια οι στοίβες με τους δίσκους και οι ντάνες με τις κασέτες. Για το λόγο αυτό δεν με ένοιαζε που ποτέ δεν τα πήγαμε ιδιαίτερα καλά. Προτιμούσα να καβγαδίζω με την Μαντλίν, παρά να κάνω έρωτα με οποιαδήποτε άλλη γυναίκα στον κόσμο. Η ιδέα ότι θα μπορούσαμε να είμαστε οι δυο μας ευτυχισμένοι μαζί – ξαπλωμένοι στο ίδιο κρεβάτι, ας πούμε, σιωπηλοί και μισοκοιμισμένοι – έμοιαζε τόσο όμορφη που δεν μπορούσα ούτε να τη διανοηθώ. Στο βάθος της καρδιάς μου ήμουν σίγουρος ότι ποτέ δεν θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, και εντωμεταξύ μου φαινόταν αρκετό το προνόμιο να ανταλλάσσω γκρινιάρικες παρατηρήσεις με κείνη, ένα κρύο χειμωνιάτικο βραδάκι, στην πιο απαίσια γωνιά του Σόχο. Αμφιβάλλω αν εκείνη ένιωθε το ίδιο, αλλά πάλι, τι ακριβώς ένιωθε άραγε;
Δεν υπάρχει κανένας απολύτως άνθρωπος στον κόσμο, που να θέλει να περάσει ένα κυριακάτικο πρωινό σε μια εργατική πολυκατοικία στο Νοτιοανατολικό Λονδίνο – αν έχει δικαίωμα επιλογής. Ξυπνάς το πρωί και κοιτάζεις τον υγρό λεκέ στο ταβάνι της κρεβατοκάμαράς σου, κι από το μυαλό σου αρχίζουν να περνάνε όλα τα όμορφα μέρη του κόσμου, όλα τα διαφορετικά μέρη όπου θα μπορούσες να βρίσκεσαι, και τότε συνειδητοποιείς ότι κάποιος, κάπου, έχει πέσει σοβαρά έξω στους υπολογισμούς του. Ο ήλιος λάμπει. Είναι ένα όμορφο, φρέσκο και τονωτικό, χειμωνιάτικο πρωινό. Έχεις δύο επιλογές. Μπορείς να μείνεις ξαπλωμένος σο κρεβάτι όλη τη μέρα και να προσπαθήσεις να ξεχάσεις που βρίσκεσαι, ή μπορείς να σηκωθείς και να βγεις έξω – να πας οπουδήποτε, δεν έχει σημασία, να πας κάπου όπου δεν θα νιώθεις τέτοια αυτοκτονική απελπισία… Κανένας δεν κινείται. Όλοι μένουν εκεί που είναι. Και ξέρετε γιατί;
Επειδή δεν περνάνε τα γαμημένα τα λεωφορεία, γι’ αυτό. Και η απουσία λεωφορείων δεν οφείλεται σε σκοπιμότητα, φυσικά. Κάπου, κρυμμένο ενδεχομένως σε μία κρύπτη ξεχασμένη από χρόνια ή σε κάποιο αρχείο, θα υπάρχει ένα πρόγραμμα που αναφέρει πότε και από πού υποτίθεται πως περνάνε αυτά τα λεωφορεία. Υπάρχει μάλιστα κι ένα μικρό ταμπλό στο πλάι της στάσης, όπου – υποτίθεται και πάλι – πρέπει να είναι κολλημένο το πρόγραμμα, αν και το πρόγραμμα το ίδιο δεν βρίσκεται ποτέ εκεί. Νομίζω ότι ο Οργανισμός Συγκοινωνιών του Λονδίνου προσλαμβάνει βανδάλους ειδικά για να σκίζουν τα προγράμματά τους εντός δευτερολέπτων μετά την ανάρτησή τους, έτσι που ο κόσμος να μην έχει ιδέα πότε πρέπει να περάσει λεωφορείο, κι άρα να μην μπορεί κανείς να διαμαρτυρηθεί που δεν εμφανίζεται.








