Jean Cocteau: “Συχνά λέγεται ότι το “Το Αίμα ενός Ποιητή” είναι μια σουρεαλιστική ταινία. Όμως ο σουρεαλισμός δεν υπήρχε όταν εγώ την σκέφτηκα. Με την πρώτη, έπεσα με τα μούτρα σε μια δουλειά όπου έπρεπε να επινοώ τα πάντα. Ο σκοπός μου δεν ήταν να κάνω μια ταινία, αλλά ένα ποίημα· να μεταχειριστώ μια μηχανή όχι για να διηγηθώ μια ιστορία, αλλά για να εξομολογηθώ, να πω με εικόνες πράγματα που κατοικούν μέσα στη βαθιά μας νύχτα και παίρνουν μορφή στην άκρη του ονείρου... Οι εικόνες μπαίνουν σε μια σειρά σύμφωνα με την απαρέγκλιτη λογική ενός εσωτερικού κόσμου, εκεί όπου η συμβατική λογική δεν λειτουργεί πια.”
Ο Jean Cocteau ήταν ένας ιδιαίτερος ποιητής, λογοτέχνης, κινηματογραφιστής και ζωγράφος, μα πάνω απ’ όλα ήταν καλλιτέχνης. "Το Αίμα ενός Ποιητή" (Le Sang D'un Poete - The Blood of a Poet) του 1930, ήταν η πρώτη του ταινία. Μια ταινία κόσμημα και ο ορισμός του avant garde cinema. Η αφήγηση εδώ, είναι απλώς ανύπαρκτη και οι εικόνες συναρμολογούνται αυστηρώς εξατομικευμένα εντός του κάθε θεατή. Σύμβολα σουρεαλιστικά, που είναι καταδικασμένα σε μια αστείρευτη ελευθερία. Περιμένοντας από εσένα τη διαδικασία της σημασιοδότησης, ή της αποχής.
Το έργο έχει πολλές ομοιότητες με τον “Ανδαλουσιανό Σκύλο” του 1929 την ταινία δηλαδή των Bunuel και Dali, γεγονός που οδήγησε τους κριτικούς της εποχής να το χαρακτηρίσουν ως «σουρεαλιστικό». Κάτι όμως, που ο ίδιος ο Cocteau δεν φαίνεται να ενστερνίζεται. Το «Αίμα του ποιητή» μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως ανθολογία από αγαπημένα θέματα και σκηνές, του καλλιτέχνη. Αν μάλιστα ειδωθεί στα πλαίσια της μετέπειτα καριέρας του, μπορεί πολύ εύκολα να χαρακτηριστεί κι ως τετράδιο σημειώσεων για μελλοντικές ταινίες, καθώς πολλές από τις τεχνικές οι οποίες αργότερα έγιναν σήμα κατατεθέν του Cocteau, δοκιμάστηκαν εδώ για πρώτη φορά. Όπως για παράδειγμα, η χρήση της αργής και της ανάποδης κίνησης, η ύπαρξη αφηγητή, αλλά και το πιο γνωστό εφέ της ταινίας, το χτίσιμο δηλαδή των τοίχων στο πάτωμα του στούντιο. Ο Cocteau κινηματογραφώντας από μπροστά τους ηθοποιούς του που σέρνονταν στο πάτωμα, δημιουργούσε την εντύπωση πως οι τοίχοι στο φανταστικό κόσμο ήταν σαν μαγνήτες, στους οποίους μπορούσε κάποιος να σκαρφαλώσει πάνω τους. Μια τεχνική που ο σκηνοθέτης το χρησιμοποιούσε συχνά πυκνά και στα μετέπειτα έργα του.
Ο ίδιος ο Cocteau, χαρακτήριζε τη δημιουργία του αυτή, ως «αδέξια». Η αλήθεια είναι, ότι μοιάζει περισσότερο μ’ ένα παιδί που εξερευνά το περιβάλλον του, ανακαλύπτοντας τεχνικές τις οποίες θα τελειοποιούσε μετέπειτα στον “Ορφέα”. Ο Cocteau δεν σκηνοθέτησε άλλη ταινία για τα επόμενα 16 χρόνια. Ο ίδιος σχολιάζοντας αυτό το κενό, έγραψε: «Το γεγονός ότι άφησα είκοσι χρόνια να περάσουν ανάμεσα σε αυτή την ταινία - την πρώτη μου - και τις άλλες, δείχνει ότι τη θεώρησα περισσότερο ως ποίημα ή πίνακα, ένα ποίημα ή έναν πίνακα τόσο ακριβό που δεν μπορούσα να συλλογιστώ καν τη δημιουργία παραπάνω από ενός».
Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι, η ταινία αποτελεί το ρομαντικό πορτραίτο του καλλιτέχνη, του ποιητή στην προκειμένη περίπτωση, ο οποίος επιθυμώντας την ελευθερία και δέσμιος της ίδιας του της δημιουργικότητας, πρέπει να περάσει μέσα από τον καθρέφτη της έμπνευση και της δημιουργίας, σ’ έναν προσωπικό, ονειρικό κόσμο. Με αυτή του την ταινία ο Cocteau πλησιάζει όσο πιο κοντά γίνεται τον κινηματογράφο με την ποίηση, χαρίζοντας μας ένα φιλμ, το οποίο παραμένει η αμίμητη απόδειξη μιας αδέσμευτης μεγαλοφυΐας…








