Jean Cocteau: «Όσο πιο πολύ αγγίζουμε το μυστήριο, τόσο πιο πολύ έχει σημασία να είμαστε ρεαλιστές. Η ταινία αυτή έχει θέμα τον τρόπο με τον οποίο η ζωή αναλαμβάνει να τροφοδοτεί το όνειρο. Άλλωστε η δική μου ζωή πρέπει να αντανακλάται και να σηματογραφείται δίχως εγώ να το κάνω επίτηδες. Ούτε αρχή, ούτε τέλος, μόνο μια ψυχή… Εργάστηκα τριάντα χρόνια για να φτιάξω μια ταινία στην οποία οργανώνω τις πράξεις όπως ένας άλλος οργανώνει τις λέξεις για να φτιάξει ένα ποίημα».
Στη “Διαθήκη του Ορφέα” (1960), ο Cocteau παίζει τον εαυτό του, χωρίς να κρύβεται πλέον πίσω από φανταστικούς χαρακτήρες, ως ταξιδευτής που τριγυρίζει σ’ ένα τόπο συντεθειμένο από τις προηγούμενες δουλειές του. Ένας ποιητής του 18ου αιώνα ταξιδεύει στον χρόνο αναζητώντας τη θεία επιφοίτηση. Σε μια μυστηριώδη χώρα συναντά συμβολικούς χαρακτήρες όπως ο Οιδίποδας, η Ευρυδίκη και ο Ορφέας, οι οποίοι επιφέρουν το θάνατο και την ανάστασή του. Ο Cocteau επέστρεψε με αυτή την ταινία στην κινηματογραφία για να δώσει ένα τέλος στην καριέρα του.
Ο ίδιος, ήταν ένας άνθρωπος των άκρων. Θέλει έτσι εδώ να συμβιβάσει την αρχαιότητα με το πιο σύγχρονο μέσο. Η ταινία προβάλλει τους ορφικούς μύθους με τον Ορφέα, τον οποίο ερμηνεύει ο Jean Marais να συλλαμβάνει σήματα που στέλνονται από το υπερπέραν μέσω του ραδιοφώνου. Αν το κοίταγμα του Ορφέα ήταν μοιραίο για την Ευρυδίκη, για τον Cocteau αυτή η αέναη παλινδρόμηση της σκέψης είναι ένα κίνητρο που τον κάνει να εξελίσσεται θετικά, μέσα σε πνεύμα ενότητας με όσα τον ενέπνευσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Όλοι γνωρίζουμε το μύθο του Ορφέα που για να επαναφέρει στη ζωή την Ευρυδίκη, έφτασε στον Κάτω Κόσμο και κατάφερε μεν να επιστρέψει δυστυχώς όμως χωρίς την αγαπημένη του. Ο Cocteau έχει επηρεαστεί καθοριστικά από το μύθο αυτό και όλες οι εκφάνσεις της τέχνης του (ζωγραφική, γλυπτική, θέατρο, κινηματογράφος) μαρτυρούν αυτή του τη λατρεία, με αποκορύφωμα την αυτοβιογραφική του ταινία “Η Διαθήκη του Ορφέα”. Ο Cocteau απλά μεταχειρίστηκε τον κινηματογράφο για να επικοινωνήσει με τους άλλους. Ο ίδιος έλεγε «Οι ταινίες ήταν για μένα αληθινοί πρεσβευτές, αφού οι εικόνες μιλούν για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάζουν. Και το να μεταφράσεις έναν ποιητή είναι αδύνατο. Οι ταινίες που έκανα... εισχωρούν αργά μέσα στα πνεύματα, πολύ αργά».
Όλα τα στοιχεία της ζωής του Cocteau βρίσκονται σ’ αυτή την εικονική διαθήκη. Πολλοί διάσημοι φίλοι του ερμηνεύουν τους διάφορους ρόλους όπως ο Σαρλ Αζναβούρ, ο Γιουλ Μπρύνερ, ο Πικάσο και η σύζυγός του, ο ταυρομάχος Λουίς Μιγκέλ Ντομινγκίν, αλλά και η ηθοποιός Λουτσία Μποζέ. Μην έχοντας άλλους οικονομικούς πόρους, ο Cocteau κατάφερε να τελειώσει την ταινία, που αποτελεί και το κύκνειο κινηματογραφικό του άσμα, με τα χρήματα που κέρδισε ως έπαθλο ο Truffaut για την ταινία του “Τα 400 χτυπήματα” το 1959. Ο Francois Truffaut τον υποστηρίζει και χαρακτηρίζει τον Cocteau «πρόδρομο του νέου κύματος στον κινηματογράφο».
Μόνο ο Cocteau, θα τολμούσε να κάνει μια τέτοια ταινία. Δεν παίζει εδώ κάποιο ρόλο, είναι ο ίδιος ο εαυτός του, με μια γραφή ζωντανή και οξυμένη. Έτσι, ο σκηνοθέτης Ζακ Ριβέτ θα γράψει: «Η Διαθήκη τον Ορφέα είναι μια ταινία ποιητή... Τι είναι η ποίηση? Αυτό που δε δένεται με καμία μόδα, με κανένα ύφος, αλλά με μια φτώχεια που έχει μετατραπεί σε πλούτο, με μια κατάσταση όπου εκείνος που κουτσαίνει, χορεύει Δηλαδή, με μια λέξη, μια ευτυχής ένδεια. Ο ποιητής πρώτα απ' όλα οφείλει να επινοήσει ξανά την απλότητα, τον ρεαλισμό, και ο Cocteau επινοεί εκ νέου το ντοκιμαντέρ...»
Στη “Διαθήκη του Ορφέα” ο πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο Cocteau, ο οποίος ταξιδεύει στους χώρους και τα χρόνια που έζησε. Κατά το ταξίδι αυτό ξετυλίγονται όλες οι αναμνήσεις του ποιητή. Στο τέλος οδηγείται μπροστά σ' ένα δικαστήριο. Εκεί κατηγορείται για δύο εγκλήματα: την αθωότητα και το πείσμα του να εισχωρεί σ' έναν κόσμο που δεν του ανήκει, τον κόσμο των νεκρών, δηλαδή της ποίησης. Η ετυμηγορία είναι σκληρή. Καταδικάζεται να ζήσει, και έτσι να συνεχίσει να υφίσταται δοκιμασίες.
Jean Cocteau: «Είναι προνόμιο του κινηματογράφου να μπορεί να επιτρέπει σ’ ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων να ονειρεύονται το ίδιο όνειρο και επιπλέον να μας δείχνει τις οπτικές παραισθήσεις της μη πραγματικότητας με την αυστηρότητα του ρεαλισμού. Εν ολίγοις, είναι ένα αξιοθαύμαστο όχημα για την ποίηση. Η ταινία μου δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια παράσταση στριπτίζ , αποτελούμενη από μετακινήσεις του κορμιού μου σιγά σιγά μέχρι να αποκαλυφθεί η ψυχή μου τελείως γυμνή. Γιατί υπάρχει ένα σημαντικό κοινό που ενδιαφέρεται για τον κόσμο των σκιών, που πεινάει για το πιο πραγματικό από την πραγματικότητα, το οποίο μια μέρα θα γίνει το σημάδι των καιρών μας. Αυτή είναι η κληρονομιά του ποιητή στις διαδοχικές γενιές των ανθρώπων που τον υποστήριξαν».








