«Μέσα στην παράδοση του γαλλικού αστυνομικού μυθιστορήματος, ο Dassin δημιουργεί κάτι σαν αρχέτυπο για ένα ολόκληρο κινηματογραφικό είδος. Ο τρόπος που χρησιμοποίησε ένα μουσικό λάιτ-μοτίβο, για να δημιουργήσει ύφος και ατμόσφαιρα, ήταν επαναστατικός. Η σεκάνς της ληστείας - εντελώς βουβή, εκτός από κάποιους σποραδικούς φυσικούς ήχους - είναι μια από τις κλασικές του σασπένς.» Martin Scorsese
Ύστερα από πέντε χρόνια στη φυλακή, ο Tony Stéphanois συναντά τους αγαπημένους φίλους του, Jo και τον Ιταλό Mario Ferrati που τον προκαλούν να ληστέψουν κοσμήματα από τη βιτρίνα ενός κοσμηματοπωλείου. Εκείνος, αρχικά αρνείται. Όταν όμως ο Tony μαθαίνει ότι η πρώην φιλενάδα του, η Mado, έχει γίνει ερωμένη του γκάνγκστερ ιδιοκτήτη του νυχτερινού κέντρου, L' Âge d' Or, Louis Grutter, τηλεφωνεί στους φίλους του και τους προτείνει να ληστέψουν το χρηματοκιβώτιο του κοσμηματοπωλείου. Έτσι, καλούν τον διαρρήκτη ειδικό στα χρηματοκιβώτια Cesar (Jules Dassin) να μπει στην ομάδα τους και αρχίζουν να σχεδιάζουν την τέλεια ληστεία.
Βασισμένο στο βιβλίο του Auguste Le Breton "Du Rififi Chez Les Hommes", ή λέξη ριφιφί είναι αργκό του υποκόσμου που σημαίνει έντονη διαμάχη και αξίζει να σημειωθεί ότι η επιτυχία υπήρξε τόσο συντριπτική που επικράτησε στο κοινό λόγο η λέξη Ριφιφί ως συνώνυμο της διάρρηξης με ληστεία.
Το 1955 λοιπόν, ο Jules Dassin βρισκόταν αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Όντας, στη Μαύρη Λίστα του Μακαρθισμού, ο σκηνοθέτης έφυγε από την Αμερική για να αποφύγει την κλήτευσή του στην επιτροπή του Κογκρέσου που διερευνούσε την δράση των αριστερών μέσα στην κινηματογραφική βιομηχανία.
Και φανταστείτε ότι, όπως συχνά πυκνά έλεγε ο Dassin, το Rififi υπήρξε μια δουλειά που έκανε αποκλειστικά για λόγους επιβίωσης. Ωστόσο η σκηνοθετική προσέγγισή του μετέτρεψε αυτή την ιστορία με γκάνγκστερ, σ' ένα μύθο για τις παράδοξες εκδοχές που μπορεί να λάβει μια ανδρική παρέα, καθώς και για την τραγική κατάληξη που μπορούν να έχουν οι δεσμοί φιλίας. Κεντρική θέση μέσα στην αφήγηση της ταινίας κατέχει φυσικά η διάρκειας 33 λεπτών σκηνή του ριφιφί. Χωρίς καθόλου διάλογο, η συγκεκριμένη σκηνή παρουσιάζει την ομάδα των κακοποιών να είναι αφοσιωμένοι και προσηλωμένοι απόλυτα στην εργασία τους. Εδώ το σασπένς οικοδομείται πάνω ακριβώς στην σχέση μεταξύ απουσίας και παρουσίας των ήχων του περιβάλλοντος, που απειλούν να διαταράξουν την ηρεμία και την γαλήνη του κόσμου της εργασίας. Περίτεχνα κατασκευασμένο το Rififi είναι απλά μια απόδειξη της σκηνοθετικής ιδιοφυίας του Dassin.
Ο σκηνοθέτης, ψυχογραφεί εδώ τους ήρωές του με μεγάλη λεπτομέρεια, ενώ η ασπρόμαυρη φωτογραφία των δρόμων, των μπαρ και των κλαμπ του Παρισιού του Philippe Agostini, προαναγγέλλει την προτίμηση των σκηνοθετών της Nouvelle Vague για τη σκοτεινή ατμόσφαιρα στα πλάνα τους. Για τη ιστορία να πω ότι η ταινία απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας, στο Φεστιβάλ των Καννών, το 1955 ενώ φυσικά ήταν υποψήφια και για τον Χρυσό Φοίνικα, την ίδια χρονιά.
«Το καλύτερο film noir που έχω δει!» Francois Truffaut








