Ξανά εδώ, στον χτύπο του ρολογιού, στη βοή της πόλης
Μια μέρα αδύναμη, χωρίς φως, χωρίς βροχή - με βροχή
Η σκέψη ακόμα πίσω εκεί, στην άκρη της γης
Εκεί που το μπλε κυκλώνει τα όνειρα και τα ζωγραφίζει σε ασημοπράσινο φόντο
Απότομες ακτές, γλιστερά βράχια στην αλμύρα πνιγμένοι πόθοι
Μα που ήταν τα κυπαρίσσια;
Τι πήρα, τι άφησα:
Εικόνες, χρώματα, ψυχές, όνειρα, επιθυμίες, πόνοι,
Το κρώξιμο των γλάρων στ’ αφρισμένα κύματα
Χωριά νυσταγμένα στη μυρωδιά καμένων ξύλων
Βουνά τυλιγμένα στην ομίχλη του χρόνου
Γυμνά κλωνάρια αμυγδαλιάς, έτοιμα ν’ ανθίσουν αστέρια.
Ένας αέρας, ένας αγέρας, αχ!
Ίδιος, ψυχή να βουίζει πενθώντας
Τον σταυρό που προσκύνησα
Το χώμα που δε φίλησα
Ένας ουρανός, ένας ψεύτης ουρανός
Πάνω απ’ τις κόκκινες στέγες, σιωπηλός
Βαμμένος χίλια χρώματα - κεντημένος χιλιάδες αστέρια
Γεμάτος υποσχέσεις...
Τα μάτια, τα κλαμένα, τα γελαστά,
Το παρελθόν ν’ αναδεύουν στον χρόνο
Τις φωνές της πέτρας – του δέντρου – της φωτιάς
Μιλώντας, μιλώντας...
Μα που πας τώρα; Γιατί φεύγεις;
11/01/10








