chat
pop out   pop out
  now playing: orxata sound system - nai ti su
loading...
feed twitter facebookmyspace flickr youtube
zine
radio
blog
about
free broadcasting universe | zine | αρχείο τευχών | σημεία διανομής

τεύχος 18 - [Ιούνιος 13, 2010]  



αφιέρωμα στις ταινίες Γοτθικού Τρόμου [baphomet]
(μέρος 2ο)

Στο δεύτερο μέρος αυτού του αφιερώματος, θα περάσουμε να δούμε δύο καλλιτέχνες που άφησαν το σημάδι τους στον χώρο του γοτθικού κινηματογράφου και όχι μόνο. Ο λόγος φυσικά γίνεται, για τον ηθοποιό Vincent Price και τον σκηνοθέτη Roger Corman. Η πρώτη μεταφορά του Poe στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Roger Corman με πρωταγωνιστή τον Price έγινε το 1960. Ο Price, είναι η αλήθεια ότι, μπήκε σχετικά αργά στις ταινίες τρόμου, έχοντας ωστόσο πίσω του μια μεγάλη καριέρα στο σανίδι αλλά και στο mainstream Hollywood (υπέγραψε με την Universal πρώτη φορά το 1938). Αρχικά τον προσλάμβαναν ως ρομαντικό χαρακτήρα αλλά, το πρόβλημα με τον Price ήταν ότι, λόγω της «αριστοκρατικής» του προφοράς (την οποία πολλοί περνούσαν για Αγγλική) θεωρήθηκε πολύ σοφιστικέ για το κοινό με αποτέλεσμα να χάσει πολλούς ρόλους.

Όταν λοιπόν ο Corman έψαχνε τον σταρ του για την προβεβλημένη μεταφορά της “Πτώσης του Οίκου των Άσερ” (που πήρε τον τίτλο “Ο Πύργος των Καταραμένων”), ο Price ήταν η προφανής επιλογή. Προφανής μεν, όχι όμως φτηνή. Γεγονός που σε συνδυασμό με το ότι η ταινία εγκατέλειπε το μοντέλο της ταινίας με τέρατα που με τόση επιτυχία ακολουθούσε μέχρι τότε ο εν λόγω σκηνοθέτης, καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, ήταν κάτι παραπάνω από αρκετό για να ανησυχήσει τους παραγωγούς της AIP (American International Pictures). Έδωσαν ωστόσο το πράσινο φως για να ξεκινήσουν τα γυρίσματα, χάρη στο ρεκόρ κερδοφόρων ταινιών που είχε  κάνει ο σκηνοθέτης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Corman έδωσε στην αυτοβιογραφία του τον τίτλο How I Made a Hundred Movies in Hollywood and Never Lost a Dime, δηλαδή «Πως γύρισα 100 ταινίες χωρίς να χάσω ούτε μία δεκάρα». Μάλιστα ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Stephen King, συνήθιζε να παρομοιάζει την πρόοδο που έκανε ο Corman, περνώντας από τις «φτηνές και χαρωπές» ταινίες exploitation της δεκαετίας του ’50 στο χολιγουντιανό Gothic, με τη μεταμόρφωση της κάμπιας σε πεταλούδα…

Σύμφωνα με την παράδοση του Hollywood, η AIP βλέποντας ότι όλη η υπόθεση ήταν επικερδής, ενθάρρυνε τον Corman να εκμεταλλευτεί την επιτυχημένη συνταγή όσο περισσότερο γινόταν. Όντως, στα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν, ο δημιουργός παρέδωσε άλλες εφτά ταινίες του λεγόμενου «κύκλου του Poe». Μαζί με τον Vincent Price, ο Corman προσέλαβε και άλλους ταλαντούχους επαγγελματίες που με τη σειρά τους, έχτισαν τη δική τους καριέρα. Επί παραδείγματι, να αναφέρουμε μεταξύ των άλλων τους: Jack Nicholson που ξεκίνησε παίζοντας ρομαντικούς πρωταγωνιστές απέναντι στους κακούς αντιήρωες Price και Boris Karloff, τον σκηνοθέτη Francis Ford Coppola ο οποίος ήταν βοηθός σκηνοθέτη του Corman και αργότερα δήλωσε σχετικά ότι για εκείνον ήταν «μια υπέροχη ευκαιρία», αλλά και τον τότε ακόμα φωτογράφο Nicolas Roeg που έδωσε στη “The Masque of the Red Death – Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου“ του 1964, τον σκοτεινό σχεδόν ψυχεδελικό παλμό της, πριν καθίσει και ο ίδιος αργότερα, στην καρέκλα του σκηνοθέτη.

Τέλος, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε να αναφέρουμε και τον Richard Matheson, σεναριογράφο στις περισσότερες ταινίες του Corman. Ο Matheson, ο οποίος στη συνέχεια έγινε ευρύτερα γνωστός στο ευρύ κοινό ως συγγραφέας “σκοτεινών” μυθιστορημάτων, είναι και ο δημιουργός του “I Am Legend – Ζωντανός Θρύλος“ του 1954. Του βιβλίου, δηλαδή, που γυρίστηκε τρεις φορές σε ταινία. Μία με τον Vincent Price στον ομώνυμο ρόλο στο “The Last Man on Earth – Ο Τελευταίος Άνθρωπος στη Γη“ του 1964, μία με τον Charlton Heston στο “The Omega Man” του 1971 και μία πιο πρόσφατη με τον Will Smith στο “I Am Legend – Ζωντανός Θρύλος” του 2007.

Αλλάζοντας ήπειρο και χώρα, περνάμε στη Hammer Films – για πολλούς η αντίστοιχη AIP της Μ. Βρετανίας – η οποία επίσης «λεηλάτησε» τη χρυσή εποχή της ευρωπαϊκής γοτθικής λογοτεχνίας. Χαρακτηριστικά, μπορούμε να αναφέρουμε την ταινία “The Curse of Frankestein – Η Κατάρα του Φρανκενστάιν” του 1957 που καθιέρωσε παγκοσμίως το εν λόγω στούντιο ως την κορωνίδα των θρίλερ εποχής διαθέτοντας στο cast της, δύο πρωταγωνιστές είδωλα των ταινιών τρόμου, τους Peter Cushing και φυσικά τον Christopher Lee. Η Hammer, περιέβαλε την επιτυχημένη αυτή ομάδα της, με τον Terence Fisher, ο οποίος επρόκειτο να σκηνοθετήσει τα περισσότερα γοτθικά θρίλερ της, αλλά και τον Jimmy Sangster στο πόστο του σεναριογράφου.

Ο επόμενος ρόλος του Lee στη Hammer, ήταν ο ομώνυμος ρόλος στην ταινία “Dracula ή Horror of Dracula – Δράκουλας, ο Βρικόλακας των Καρπαθίων” του 1958. Ο ηθοποιός ήταν πραγματικά γεννημένος, γι’ αυτόν το ρόλο. Όπως δηλώνει και ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του: «την ίδια εποχή που γεννιόμουν εγώ (1922), γεννιόταν και το “Νοσφεράτου”,  ή αλλιώς ο “Δράκουλας”, η σπουδαία βωβή εκδοχή του Γερμανού F.W.Murnau». Μέρος του μυστικού της επιτυχίας του στον ρόλο του Κόμη Δράκουλα σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, ήταν το γεγονός ότι, αγνόησε την ερμηνεία του Bela Lugosi του 1931 και στράφηκε αντ’ αυτού στο μυθιστόρημα που έγραψε ο Bram Stoker το 1887.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60 όμως, η πλοκή και τα σενάρια της Hammer είχαν αρχίσει να τυποποιούνται, ενώ οι προϋπολογισμοί όλο και μειώνονταν. Όταν τελικά ο Christopher Lee, αποφάσισε να ξαναφορέσει τη μαύρη μπέρτα, το 1966, στην ταινία “Dracula, Prince of Darkness – Δράκουλας, ο Άρχων του Σκότους” το έκανε με επιφυλάξεις. Η Hammer γύρισε άλλες πέντε ταινίες του Δράκουλα με τον Lee: “Dracula Has Risen from the Grave – Ο Δράκουλας Βγήκε από τον Τάφο” του 1968, “Taste the Blood of Dracula – Φίλησε το Αίμα του Δράκουλα” του 1969, “Scars of Dracula – Τα Σημάδια του Δράκουλα” του 1970, “Dracula AD – Δράκουλας” του 1972 και “The Satanic Rites of Dracula – Ο Δράκουλας Διψάει για Φρέσκο Αίμα” του 1973. Ωστόσο, όλη αυτή η σειρά επεδείκνυε σημάδια ενός στούντιο που περνάει κρίση και προσπαθεί απεγνωσμένα να ανανεώσει την επιτυχημένη συνταγή του.

Αφήνουμε προς το παρόν πίσω μας τη Μ. Βρετανία και το στούντιο της Hammer για να περάσουμε στη γειτονική μας Ιταλία. Εκεί, οι σκηνοθέτες, εμφανώς επηρεασμένοι από το στυλ των γοτθικών ταινιών της Hammer, θα καταφέρουν να πάνε ακόμα παραπέρα το είδος που τους ενέπνευσε. Με τον Mario Bava αρχικά (La Maschera del Demonio – Black Sunday – Η Μάσκα του Σατανά – του 1960) ο οποίος γύριζε ταινίες τρόμου από τη δεκαετία του ’60 ως τις αρχές της δεκαετίας του ’80, που πλέον θεωρούνται κλασικές. Άξιοι συμπαραστάτες του θεωρούνται τόσο ο Lucio Fulci, όσο φυσικά και ο Dario Argento (Suspiria) του οποίου τα απίστευτα, εντυπωσιακά σκηνικά δημιούργησαν μια ολόκληρη σχολή. Εν κατακλείδι, θα λέγαμε ότι στις ιταλικές ταινίες, ο τρόμος είναι πιο φανερός και οπτικά καλαίσθητος απ’ ότι στις αντίστοιχες βρετανικές ή αμερικάνικες παραγωγές, αν και εδώ συνήθως η πλοκή δεν έχει συνοχή και πυκνά συχνά το εκάστοτε σενάριο είναι δευτερεύουσας σημασίας.

Το 1968 εμφανίζεται μία ταινία ορόσημο για το είδος που εξετάζουμε. Ταινία που κέρδισε την αποδοχή κοινού και κριτικών, καθώς και ένα Όσκαρ ΄β γυναικείου ρόλου. Αναφερόμαστε φυσικά στο “Rosematy’s Baby – Το Μωρό της Ρόζμαρι”, η ιστορία της οποίας βασίζεται στο best–seller του Ira Levin για τον αστικό σατανισμό. Πολλά ακούστηκαν και πολλά περισσότερα γράφτηκαν για τα παρασκήνια της συγκεκριμένης ταινίας. Φυσικά ο πολωνικής καταγωγής σκηνοθέτης Roman Polanski αποκάλεσε τους ισχυρισμούς αυτούς «γελοίους». Όμως και ο ίδιος ο Polanski βρέθηκε στο μάτι ενός κυκλώνα δραματικών γεγονότων που εκτυλίχθηκαν κάπου μεταξύ κινηματογράφου και αποκρυφισμού. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην εικονογραφημένη ιστορία των καταραμένων ταινιών με τίτλο Hollywood Hex, η συγγραφέας Mikita Brottman αφιερώνει δύο από τα εφτά κεφάλαια στις συμπτώσεις, τις κατάρες και τις συμφορές που ακολούθησαν την καριέρα του Polanski. Προσπαθώντας έτσι, να απαριθμήσει λεπτομερώς τους πολυάριθμους μύθους και οιωνούς που στοιχειώνουν τις ταινίες του Polanski πριν αλλά και μετά από το “Rosematy’s Baby”, με αποκορύφωμα φυσικά τη δολοφονία της ετοιμόγεννης σχεδόν γυναίκας του το 1969 από τα χέρια μιας ομάδας χίπηδων που πήραν το όνομα «Manson Family» από τον Charles Manson, τον αρχηγό τους.

Ο Polanski, έγινε αρχικά διάσημος με μια σειρά κλειστοφοβικών ψυχοδραμάτων στις αρχές της δεκαετίας του ’60, προτού να γυρίσει μια κωμική γοτθική ταινία τρόμου το 1967, το “Χορό των Βρικολάκων – Dance of the Vampires” ή αλλιώς “Η Νύχτα των Βρικολάκων – The Fearless Vampire Killers” με υπότιτλο “Συγνώμη, αλλά τα δόντια σας είναι στο λαιμό μου – Pardon me, but your teeth are in my neck”. Παρά τον εύθυμο χαρακτήρα της ταινίας, ορισμένες σκηνές ξεπερνούν το χιούμορ και προσδίδουν μια μακάβρια μεγαλοπρέπεια. Πρωταγωνίστρια στο χορό ήταν η πανέμορφη κοκκινομάλλα σύζυγος του Polanski, η Sharon Tate, η οποία, σύμφωνα με το σενάριο, έγινε «θυσία στον Εωσφόρο» πέφτοντας θύμα των βρικολάκων που αναφέρονται στον τίτλο.

Αφήνοντας στην άκρη τα τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν την καριέρα του Polanski, το γεγονός ότι τα στούντιο παρείχαν μεγάλη οικονομική στήριξη σ’ έναν Ευρωπαίο σκηνοθέτη ταινιών τέχνης για να γυρίσει μια ταινία τρόμου - η οποία μάλιστα ήταν και κερδοφόρα - άλλαξε άρδην τη συμπεριφορά του Hollywood απέναντι στο είδος. Τη δεκαετία του ’70 λοιπόν και για πρώτη φορά μετά από τη δεκαετία του ’30, οι εταιρίες παραγωγής χρηματοδοτούν και προσλαμβάνουν μεγάλα ονόματα για να γυρίσουν ταινίες τρόμου, όπως τον “Εξορκιστή – The Exorcist” του 1973 και την “Προφητεία – The Omen” του 1976. Δύο ταινίες που όχι μόνο κέρδισαν Όσκαρ, αλλά απέφεραν και οικονομικά κέρδη, κατατάσσοντας μάλιστα τον “Εξορκιστή”, ως την πιο εμπορική ταινία τρόμου, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όμως και οι δύο αυτές ταινίες αντιπροσώπευαν την είσοδο σε πιο ραφιναρισμένα mainstream χωράφια, χωρίς να έχουν τη θρησκευτική αμφισημία του “Rosematy’s Baby”. Ο Polanski θα επέστρεφε στην αρένα του gothic το 1999 με την “Ένατη Πύλη – The Ninth Gate”, όπου όμως παρά την παρουσία του πρωταγωνιστή Johnny Deep δεν είχε την αναμενόμενη εμπορική επιτυχία.

to be continued…