Γεννημένος στο Μόναχο της Γερμανίας το 1942, ο Werner Herzog έκανε την πρώτη του ταινία όταν ήταν μόλις είκοσι ετών. Από την πρώτη στιγμή, τράβηξε την προσοχή, χάρις στην ανορθόδοξη και ριζοσπαστική στάση του, η οποία τον έσπρωχνε στην αναζήτηση του ορισμού και συγχρόνως των ορίων του οράματος. Οι ταινίες του, 53 σε διάστημα 45 ετών, είναι ένα μείγμα εφεύρεσης και αλήθειας, δείγματα ενός κινηματογραφικού ύφους που ξεπερνά τον υπερβολικά εύκολο διαχωρισμό μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, για να ερευνήσει την περιοχή ανάμεσα στον ρεαλισμό και την φαντασία. Θα βρεθεί έτσι, στο δάσος του Αμαζονίου, στην έρημο της Σαχάρας, αλλά και στις κορυφές των Ιμαλαΐων, για να κινηματογραφήσει περιοχές και κόσμους, που δεν έχει δει κανείς πριν.
Στα πιο γνωστά του έργα, από το “Φιτσκαράλντο” στο “Αγκίρε, η Οργή του Θεού”, κι από το “Fata Morgana”, στα πιο πρόσφατα “Grizzly Man”, “Άσπρο Διαμάντι” και “The Wild Blue Yonder”, o Herzog στρέφει το φακό του σε ιδιαίτερα χαρισματικές φιγούρες και αφηγείται την επίμονη και ενδόμυχα «θεαματική» αντιπαράθεση ανάμεσα στις βαθύτερες ανάγκες του Ανθρώπου και στην παθητική, αλλά και πεισματική αντίσταση της Μητέρας Φύσης, με φόντο τα συγκλονιστικά τοπία και τη συχνά σκληρή αδιαφορία των στοιχείων της φύσης και του ζωικού βασιλείου, όταν αυτά βρεθούν ανάμεσα στην κάμερα και στον στόχο της.
Μεγάλωσε, σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό της Βαυαρίας, χωρίς τηλεόραση, κινηματογράφο ή τηλέφωνο. Η απουσία ερεθισμάτων όμως, όχι μόνο δεν απέτρεψε τον μικρό Βέρνερ Χ. Στίπετιτς, αλλά αντιθέτως ενίσχυσε την επιθυμία του να στραφεί στον κινηματογράφο. Ο απρόβλεπτος λοιπόν και ανήσυχος Γερμανός κινηματογραφιστής Werner Herzog, περί ου ο λόγος, είναι εκ των σημαντικότερων εκφραστών του Νέου Γερμανικού Σινεμά. Καθώς ενσωματώνει στο έργο του στοιχεία της γερμανικής ιστορίας και της πολιτιστικής παράδοσης της χώρας του. Σε αντίθεση όμως με τους σύγχρονους του, Φασμπίντερ και Βέντερς, εκείνος μεγαλούργησε κυρίως εκτός γερμανικών γεωγραφικών συνόρων.
Η ανήσυχη φύση του, τον οδήγησε σε δύσβατα κινηματογραφικά ταξίδια, που δοκίμασαν τα όρια όσων συμμετείχαν. Είναι γνωστή εξάλλου η ρήξη του για αυτούς ακριβώς τους λόγους, με τον αγαπημένο του πρωταγωνιστή Κλάους Κίνσκι. “Γυρίζουμε ασταμάτητα, χωρίς διάλειμμα. Φωνάζω στον Herzog, τον χτυπάω, πρέπει να μάχομαι για κάθε σκηνή. Ελπίζω να πάθει πανούκλα!”, θα δηλώσει έξαλλος ο Κίνσκι, σ’ ένα από τα θερμά τους επεισόδια, σε μια σχέση που βάδιζε μονίμως σε τεντωμένο σχοινί.
Το 1961, κι ενώ ήταν ακόμη μαθητής, ο Herzog εργάστηκε σε χαλυβουργείο, για να συγκεντρώσει το ποσό που θα χρηματοδοτούσε την πρώτη του ταινία, το μικρού μήκους ντοκιμαντέρ “Herakles” το 1962. Το οποίο αποτελείται από ένα μοντάζ φαινομενικά ασύμβατων μεταξύ τους εικόνων, όπως αυθεντικές λήψεις από την προετοιμασία bodybuilder, αρχειακό υλικό από ένα τρομακτικό ατύχημα στην διάρκεια ενός αγώνα αυτοκινήτων ταχύτητας, αλλά και εικόνες μιας κατεστραμμένης από σεισμό πόλης.
Οι πρώτες περιπλανήσεις του Werner Herzog τον έφεραν το 1968 στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Κω, όπου γύρισε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο “Signs of life – Σημάδια της ζωής”. Εδώ ουσιαστικά, παρακολουθούμε τον Γερμανό αλεξιπτωτιστή Στρότσεκ, ο οποίος μετά τον τραυματισμό του, στέλνεται ν’ αναρρώσει σ’ ένα απομονωμένο ελληνικό νησί. Μένει σ’ ένα οχυρό, που χρησιμοποιείται και ως αποθήκη πυρομαχικών, μαζί με τη σύζυγό του Νόρα και δύο συναδέλφους του: τους στρατιώτες Μάινχαρντ, χαρακτήρα άξεστο και βίαιο, και τον Μπέκερ, σιωπηλό και εσωστρεφή, γοητευμένο από τον αρχαιολογικό πολιτισμό. Το φιλμ, απέσπασε την Αργυρή Άρκτο στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και ο Herzog, σε ηλικία 26 ετών, συστήθηκε έτσι στο παγκόσμιο κοινό.
1972 και η ταινία “Aguirre, the Wrath of God – Αγκίρε, η Οργή του Θεού”, σηματοδοτεί την αρχή της σχέσης του Herzog με τον Κλάους Κίνσκι. Φημολογείται μάλιστα, ότι όταν ο Κίνσκι απείλησε να παραιτηθεί, ο Herzog τον σημάδεψε με όπλο, αναγκάζοντας τον να ολοκληρώσει τα γυρίσματα! Στην αυτοβιογραφία του ο Κίνσκι, που φέρει τον τίτλο “Χρειάζομαι Αγάπη”, αρνείται το περιστατικό, λέγοντας ότι το όπλο το κρατούσε ο ίδιος.
Στην ταινία, παρακολουθούμε αρχικά τον Γκονσάλο Πιζάρο, να ξεκινά μια αποστολή ανακάλυψης στις αρχές του 1560, της περιοχής πέρα από τις Άνδεις, με το όνομα Ελδοράδο, που φημολογείται ότι είναι γεμάτη από χρυσό. Αναγκασμένος όμως να σταματήσει την πορεία του, ο Πιζάρο αποφασίζει να στείλει μια αποστολή εξερεύνησης κατά μήκος του ποταμού, με αρχηγό τον Δον Πέδρο ντε Ούρσουα και υπαρχηγό τον Λόπε ντε Αγκίρε. Η βιαιότητα του ποταμού, δυσκολεύει αφάνταστα την κατάβαση με τις σχεδίες και όταν ο Δον Πέδρο αποφασίζει να επιστρέψει στην βάση, ο Αγκίρε παίρνει την κατάσταση στα χέρια του και χρίζεται αρχηγός της αποστολής. ‘Ομως λόγω της πείνας, των συνεχών επιθέσεων των ιθαγενών και των ανυπέρβλητων εμποδίων του ποταμού, το Φεβρουάριο του 1561 ο Άγκίρε, επονομαζόμενος και «Οργή του θεού», πεθαίνει μαζί με το άπιαστο όνειρό του.
Το 1978 γυρίζει τον “Nosferatu” με πρωταγωνιστή τον αγαπημένο του Γερμανό ηθοποιό, ο οποίος θα τον ακολουθήσει και στο “Woyzeck” το 1979. Το θέμα της ταινίας μας μεταφέρει σε μια γερμανική κωμόπολη, στα μέσα του 1800, εκεί όπου ζει ο στρατιώτης Woyzeck. Άνθρωπος καλοσυνάτος μα αφελής, προικισμένος με μια βαθιά ευαισθησία και αφοσιωμένος στη Μαρί, με την οποία έχει αποκτήσει κι ένα γιο. Για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις οικογενειακές υποχρεώσεις, κάνει περιστασιακά τον κουρέα για τους συναδέλφους του και διαθέτει τον εαυτό του ως πειραματόζωο στις περίεργες έρευνες ενός γιατρού. Οι συνάδελφοί του όμως, τον κοροϊδεύουν και τον αντιμετωπίζουν υποτιμητικά.
Η συνεργασία Herzog με Κίνσκι, συνεχίζεται και στο θρυλικό “Fitzcarraldo” του 1982. Εκεί όπου, για να υλοποιήσει το παράτολμο σχέδιο του παρανοϊκού ήρωα, ενός Ιρλανδού τυχοδιώκτη που ονειρεύεται να φτιάξει μια όπερα στη ζούγκλα του Αμαζονίου, ο Herzog έσυρε ένα ολόκληρο πλοίο από τη μια πλαγιά ενός βουνού, στην άλλη. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, οι σχέσεις σκηνοθέτη, ηθοποιού, έφτασαν γι’ ακόμη μια φορά στα άκρα, με τον Κίνσκι να βρίσκεται στα πρόθυρα της νευρικής κατάρρευσης. Μάλιστα, είναι κοινό μυστικό το γεγονός ότι, οι Ινδιάνοι που συμμετέχουν στην ταινία είχαν προσφερθεί να δολοφονήσουν τον “δύσκολο” ηθοποιό για χάρη του σκηνοθέτη.
“Μερικές φορές ευχόμουν να το είχαν”, θα αστειευτεί χρόνια αργότερα ο δημιουργός, ενώ με τον Κίνσκι θα ξανασυναντηθεί το 1987 στο “Cobra Verde”. Ταινία, η οποία μας μεταφέρει στη Βραζιλία εκεί όπου ο Φρανσίσκο Μανοέλ ντα Σίλβα, δολοφονεί το αφεντικό του ορυχείου όπου εργάζεται. Περιπλανώμενος, στη συνέχεια ως ληστής, με το προσωνύμιο Cobra Verde, σκορπίζει γύρω του τον φόβο. Μια μέρα, πιάνει κάποιον σκλάβο που το ‘σκασε και ο ιδιοκτήτης του, Δον Οκτάβιο Κουτίνιο, τον προσλαμβάνει ως επιστάτη στην απέραντη φυτεία του. Όταν όμως, αφήνει έγκυες και τις τρεις κόρες του αφεντικού, εκείνος για εκδίκηση τον στέλνει στην Αφρική με την πρόφαση να εμπορευθεί σκλάβους.
Στη δεκαετία του ’50, ο έφηβος τότε Werner Herzog, συγκατοικούσε με τον Κλάους Κίνσκι, έναν εγωπαθή και με μανιακές κρίσεις φιλόδοξο καλλιτέχνη. Στην διάρκεια μιας τέτοιας κρίσης, ο Κίνκσι, σε κατάσταση τυφλής οργής, κατέστρεψε κυριολεκτικά το διαμέρισμα όπου διέμενε και κάπου εκεί, ξεκινά μια συνεργασία και μια μεγάλη, όσο και προβληματική, φιλία. Αυτό είναι το θέμα του ντοκιμαντέρ “My best friend”, που το 1999, οχτώ χρόνια μετά το θάνατο του Κλάους Κίνσκι, ο Herzog θα γυρίσει, αποτίοντας έναν ανορθόδοξο φόρο τιμής στον ηθοποιό και φίλο του.
Παρακολουθώντας τις ταινίες του Werner Herzog, αισθάνεται κανείς κάπως παράξενα. Όταν πρόκειται για μυθοπλαστική ταινία, έχει την αίσθηση ότι κυριαρχεί η αληθοφάνεια και όταν είναι ντοκιμαντέρ, διακρίνεται μια υψηλή δόση στυλιζαρίσματος. Ο ίδιος μάλιστα, σε συνεντεύξεις του, ομολογεί πως δυσκολεύεται να εντάξει το πάθος του για σινεμά, μέσα στις εγνωσμένες νόρμες και φόρμες, που αυτό καθορίζει. Αδιαμφισβήτητη πάντως, είναι η αγάπη του για τη φύση, η οποία φαίνεται να συμμετέχει συχνά πυκνά στις ταινίες του και μάλιστα, σαν ισότιμο μέλος των δρώντων προσώπων.
Ο Herzog, δεν αγαπά απλά τη φύση, συνδιαλέγεται διαμέσου των ταινιών του μαζί της και υπογραμμίζει την ευθύνη του ανθρώπου για την περιβαλλοντική υποβάθμιση του πλανήτη. “Η κλιματολογική καταστροφή δεν οφείλεται στη βιομηχανία και στα εργοστάσια ατομικής ενέργειας, αλλά σε όλους μας”, θα πει ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Είτε η θεματολογία των ταινιών του έχει το στοιχείο του αλλόκοτου, του παράξενου, του πρωτότυπου, είτε η οπτική με την οποία προσεγγίζει τα θέματά του διαφοροποιείται από τις συνήθεις οπτικές, τα κεντρικά πρόσωπα των φιλμ του είναι εγωκεντρικές φυσιογνωμίες, συχνά μάλιστα με ακραία συμπεριφορά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η “Αυγή της Απόδρασης – Rescue Dawn” του 2006, που σε μια πρώτη ανάγνωση θα λέγαμε ότι ασχολείται με τον πόλεμο του Βιετνάμ, όπου ένας αιχμάλωτος πολέμου διαφεύγει στη ζούγκλα, στην ουσία όμως η ταινία μετρά τα ανθρώπινα όρια. Το φιλμ, αφηγείται την περιπέτεια του Dieter Dengler (τον οποίο εδώ ενσαρκώνει μοναδικά, ο Christian Bale) και που παλιότερα ο Herzog είχε παρουσιάσει στο ντοκιμαντέρ “Ο μικρός Ντίτερ θέλει να πετάξει – Little Dieter Needs to Fly” το 1997. Ο Dieter, πιλότος της αμερικανικής αεροπορίας, στέλνεται σε αποστολή στο Βιετνάμ λίγο πριν αρχίσει ο πόλεμος. Όταν καταρρίπτεται το αεροπλάνο του, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και φυλακίζεται μαζί με άλλους Αμερικανούς. Καταφέρνει να δραπετεύσει από το στρατόπεδο όπου κρατείται, αλλά για να επιβιώσει θα πρέπει να αντιμετωπίσει, εκτός από το ανελέητο κυνηγητό των εχθρών του και την επικίνδυνη ζούγκλα.
Παρότι τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στις Η.Π.Α., ο ίδιος δηλώνει Γερμανός με επιρροές από τη Βαυαρία. Παράλληλα, διαχωρίζει τη θέση του στον κόσμο του σινεμά σε σχέση με τους συμπατριώτες του, αλλά και με το Hollywood γενικότερα, που αναπαριστά τον κόσμο σαν ένα είδος συλλογικού ονείρου. Σ’ ένα σύντομο “μανιφέστο” του, που δημοσιεύθηκε στην Αμερική, προβάλλει ως στόχο του σινεμά, την επιδίωξη μιας ποιητικής κι εκστατικής αλήθειας. Υποστηρίζει το σινεμά, εκείνο που θέτει ερωτήματα, προσπαθώντας ωστόσο να δώσει απαντήσεις δια της βαθιάς διερεύνησης του εαυτού μας, κι όχι με την εύκολη χρήση των κατευθυντήριων εντολών.
Είναι αλήθεια πως διακρίνει κανείς τον γερμανικό προβληματισμό του εξπρεσιονισμού (γι’ αυτό και το remake της κλασσικής ταινίας του Μουρνάου, “Nosferatu”), αλλά και τη συναισθηματική φόρτιση μέσα από το αλλόκοτο και παράξενο, χαρακτηριστικό παράδειγμα του οποίου αποτελεί η ταινία “Jeder für sich und Gott gegen alle – Το αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ”, το 1974.
O Kaspar Hauser ζει αλυσοδεμένος σ’ ένα είδος στάβλου – φυλακής, χωρίς να μπορεί να δει ούτε να μιλήσει με κανέναν, αποκομμένος από τον έξω κόσμο. Περνά τον καιρό του στο σκοτάδι, κοιμάται, τρώει και ζει λίγο – πολύ όπως τα ζώα. Μια μέρα, ένας άγνωστος τον σέρνει έξω, προσπαθεί να του μάθει στα γρήγορα πώς να μιλά, να περπατά και να στέκεται όρθιος, για να τον εγκαταλείψει τελικά στην πλατεία μιας πόλης. Στο χέρι του, φέρει μια επιστολή προς τις αρχές του τόπου που τους λέει να τον φροντίσουν. Μετά από μια πρώτη περίοδο σύγχυσης των κατοίκων που δεν ξέρουν τι να τον κάνουν, τον παίρνει υπό την προστασία του ο δόκτωρ Ντάουμερ. Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά κάποιος μυστηριώδης άνδρας, προσπαθεί να τον δολοφονήσει…
Σχετικά με την αλήθεια και την πραγματικότητα, ο Herzog επισημαίνει πως “η πραγματικότητα δημιουργεί νόρμες, ενώ η αλήθεια φωτίζει”. Γι’ αυτό το λόγο, δεν περιορίζεται στην απεικόνιση της πραγματικότητας, αλλά στην επιπρόσθετη διερεύνησή της. Επανερχόμενοι στους χαρακτήρες που προβάλει, διακρίνουμε εκτός από την εκκεντρικότητά τους, ένα ρομαντισμό και μια εγωμανία. Απόρροια αυτών των ιδιοτήτων τους, είναι το γεγονός ότι κινούνται κυριολεκτικά, στα όρια ανάμεσα σε τρέλα και λογική, ανάμεσα σε πίστη και ορθολογισμό. Παίζει έτσι με τις ανθρώπινες αντοχές, δοκιμάζοντας τες με κάθε ευκαιρία σε σκληρές συνθήκες, τόσο για τους ηθοποιούς του, όσο και για το σύνολο των συνεργατών του, στα γυρίσματα. Ο ίδιος πάντως δηλώνει: “αγαπώ ό,τι έχει σχέση με το σινεμά: γράψιμο, μοντάζ, ηθοποιία, παραγωγή και σκηνοθεσία”.
Το 2009, κατάφερε να συμμετάσχει στο φεστιβάλ της Βενετίας με δύο ταινίες, τη “Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη – Bad Lieutenant: Port of Call New Orleans” και το “Γιε μου, γιε μου, τι έχεις κάνει; - My son, my son, what have ye done?”. Ταινίες που προβλήθηκαν και στο πλαίσιο του 50ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ένα Φεστιβάλ, που απέδωσε φόρο τιμής σ’ έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Neue Kino, του γερμανικού δηλαδή “νέου κινηματογράφου” της δεκαετίας του ’70. Προβάλλοντας 53 ταινίες του, μεσαίου και μεγάλου μήκους, τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας, αν και στην περίπτωση του Herzog, τα όρια μεταξύ των δύο ειδών είναι λίγο δυσδιάκριτα...
werner herzog [baphomet]








