Σαββάτο βράδυ... Έτσι είναι τα Σάββατα, με τρώει η βαρεμάρα.
Κάτι δεν μου αρέσει στο σκηνικό της ζωής μου τον τελευταίο καιρό. Κάπου έρχεται μια μούχλα. Μάλλον είναι η μούχλα των φθινοπωρινών φύλλων...
Σταμάτα να γελάς παλιό μου παλτό. Ξέρω τις σκέψεις σου. Βρωμάνε τα ρούχα μας, γνωρίζω. Και η επιδερμίδα μας βρωμάει και τα μαλλιά μας βρωμάνε... και κάθε μέρα βρωμάμε χωρίς να το θέλουμε... γι αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι .
Είναι η μούχλα ενός σταθμού. Πάντα εκεί. Αυτό έχει ο σταθμός, είναι πάντα εκεί. Θα μου πεις είναι πάντα εκεί αλλά αλλάζουν επάνω του οι εποχές. Τι να σου πω! Ένας σταθμός, αν ανήκει σε μια γριά -της τρέχουν τα σάλια για φρέσκες σάρκες αλλά πιστεύει ότι οι ιδέες της είναι οι μόνες φρέσκες- ε, μούχλα θα μυρίζει πάντα.
Αν η δουλειά μου είναι σ’ ένα σταθμό, τουλάχιστον μην χάσω τη φρεσκάδα μου όταν δίνω εισιτήρια στον κόσμο για να ονειρεύεται ταξίδια.
Και για την μούχλα μωρό μου... μπάνιο κάθε μέρα και όταν γυρίζουμε αλλά κυρίως όταν πάμε στο σταθμό, είναι βασικό αυτό. Να κάνουμε μπάνιο πριν πάμε. Μόνο έτσι δεν θα μουχλιάσουμε και ας μυρίζουν τα ρούχα μας και η επιδερμίδα μας. Το χαμόγελό μας να μην μυρίσει μούχλα, γιατί τώρα τελευταία κάτι δεν μου αρέσει στο σκηνικό της ζωής μου.
Είναι και αυτή η αναμονή, είναι και αυτό το ταξίδι… αυτό το ταξίδι που θα πρέπει να κάνω μόνη μου. Με φορτώνει υποχρεώσεις. Στο πρώτο ταξίδι παραγεμίζεις τις βαλίτσες με υποχρεώσεις. Άλλα θα έπρεπε να νιώθω και άλλα φορτώνω στις βαλίτσες τελικά.
Και αυτό το σκηνικό στη ζωή μου δεν μου αρέσει, με πιέζει εδώ και καιρό... Νευριάζω... δε μου αρέσει καθόλου να με πιέζουν οι καταστάσεις, να με υποχρεώνουν οι καταστάσεις. Θέλω να θέλω και μόνο.
η μούχλα του σταθμού [μάνια σαμπά]








