Τα μεταμεσονύχτια λεωφορεία είναι τα λεωφορεία του λαού. Όλοι εμείς που δεν έχουμε αμάξι ή λεφτά συνωστιζόμαστε προκειμένου να χωρέσουμε στο λεωφορείο της χαράς που θα μας επιστρέψει σπίτι μας μετά το βραδινό ξεφάντωμα. Σε αυτά τα λεωφορεία η πολυπολιτισμικότητα είναι η βάση. Άνθρωποι από όλες τις φυλές του κόσμου που ελπίζουν σ’ ένα πράγμα, να γυρίσουν σπίτι τους. Μαζί τους κι εγώ. Αραγμένος στα ανάποδα καθίσματα, για να βλέπουν λίγοι και να βλέπω ακόμα λιγότερους, με τα ακουστικά στα αυτιά να φτιάχνω μια δική μου κινηματογραφική σκηνή με στιγμιότυπα από τους δρόμους της πόλης. Τη συνήθισα τη διαδρομή και ξέρω τί θα δω σε κάθε δρόμο πια. Η χαρακτηριστικότερη φιγούρα είναι η γιαγιά που κοιμάται στο παγκάκι απέναντι από το μέγαρο μουσικής. Κάποια μέρα θα τη φωτογραφήσω με φόντο τη χλιδή του μεγάρου, για το contrast που λένε. Οι περισσότερες φάτσες του λεωφορείου μου είναι οικείες, με αρκετούς από τους συνεπιβάτες έχουμε ταξιδέψει μαζί ξανά και ξανά. Φιλιπινέζοι εργάτες με σακίδια στην πλάτη, φοιτητές που δεν έχουν δεκάρα για ταξί, ποδηλάτες με σπαστά ποδήλατα, κοπέλες που επιστρέφουν μόνες και φοβούνται και κάποιες φορές κανένας άστεγος. Δεν έχουν όνομα, δεν έχω όνομα. Με κάνα δυο έχουμε ανταλλάξει κουβέντες της αναμονής. Τίποτα παραπάνω. Κι όμως νιώθω αυτή την παράξενη οικειότητα. Την οικειότητα του «όπου γης και πατρίς», την οικειότητα του ταλαιπωρημένου. Ίσως κάποια μέρα συστηθούμε. Εγώ λέγομαι Βασίλης. People are strange…
ας συστηθούμε.. [βασίλης κ.]








