chat
pop out   pop out
  now playing: michu - supernova
loading...
feed twitter facebookmyspace flickr youtube
zine
radio
blog
about
free broadcasting universe | zine | αρχείο τευχών | σημεία διανομής

τεύχος 21 - [Νοέμ. 13, 2011]  



werner herzog – part 2 [baphomet]

Από τις λαβυρινθώδεις ζούγκλες του Αμαζονίου και το αχανές κενό της Ανταρκτικής, μέχρι το πολύ πιο επικίνδυνο Hollywood, κανείς από τους σύγχρονούς του σκηνοθέτες, δεν έχει διανύσει μια πιο περιπετειώδη πορεία, στον γολγοθά της αναζήτησης της κινηματογραφικής αλήθειας. Ο Werner Herzog (το πραγματικό επίθετο του οποίου είναι Στίπετιτς), γεννήθηκε στο Μόναχο στις 5 Σεπτεμβρίου του 1942 και μεγάλωσε σ’ ένα απομονωμένο χωριό στα βουνά της Βαυαρίας. Από τότε η αναζήτηση της αλήθειας του, γίνεται με μια επιμονή, υπομονή και εμμονή, που δεν θα μπορούσε παρά να φέρει στο μυαλό μας, χαρακτήρες βγαλμένους από τις ταινίες του και τη συλλαμβάνει στην πιο ιδανική μορφή της, αυτή που ο ίδιος ονομάζει “εικαστική αλήθεια”.

Το 2009, κατάφερε να συμμετάσχει στο φεστιβάλ της Βενετίας με δύο ταινίες, τη “Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη – Bad Lieutenant: Port of Call New Orleans” και το “Γιε μου, γιε μου, τι έχεις κάνει; - My son, my son, what have ye done?”. Ταινίες που προβλήθηκαν και στο πλαίσιο του 50ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ένα Φεστιβάλ, που απέτεινε φόρο τιμής σ’ έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Neue Kino, του γερμανικού δηλαδή “νέου κινηματογράφου” της δεκαετίας του ’70. Προβάλλοντας 53 ταινίες του, μεσαίου και μεγάλου μήκους, τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας, αν και στην περίπτωση του Herzog, τα όρια μεταξύ των δύο ειδών είναι λίγο δυσδιάκριτα...

Επιστρέφοντας στην ταινία “Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη – Bad Lieutenant: Port of Call New Orleans”, παρακολουθούμε τη ζωή του Terence McDonagh, ντετέκτιβ ανθρωποκτονιών του αστυνομικού τμήματος της Νέας Ορλεάνης. Ο οποίος, προάγεται στο βαθμό του υπαστυνόμου μετά τη διάσωση ενός φυλακισμένου από πνιγμό την περίοδο του τυφώνα Κατρίνα, στη διάρκεια της οποίας και τραυματίζεται στη μέση. Ένα χρόνο μετά, ο Terence ενώ προσπαθεί να διαλευκάνει τη μαζική δολοφονία μιας οικογένειας Αφρικανών μεταναστών από τη Μαφία έχει παράλληλα να αντιμετωπίσει και τα δικά του προβλήματα, καθώς είναι καταχρεωμένος, εθισμένος στα παυσίπονα λόγω του τραύματος στη μέση, αλλά και μπλεγμένος στα κυκλώματα ναρκωτικών και πορνείας.

Την ίδια χρονιά, στο φιλμ “Γιε μου, γιε μου, τι έχεις κάνει; - My son, my son, what have ye done?”, βλέπουμε μια εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα  ιστορία και βασιζόμενη σε αρχαίου μύθου και σύγχρονης τρέλας, τεκταινόμενα. Ο Brad McCullum, ένας επίδοξος ηθοποιός που παίζει στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή, διαπράττει στην πραγματικότητα το έγκλημα που απαιτεί ο ρόλος του. Σκοτώνει δηλαδή, τη μητέρα του. Η ταινία ξεκινά τη στιγμή που η αστυνομία καταφθάνει στον τόπο του εγκλήματος και μέσω του υπαστυνόμου Hank Havenhurst τον οποίο ενσαρκώνει ο William Defoe, αντικρίζει μια ηλικιωμένη γυναίκα, μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ο ύποπτος έχει οχυρωθεί σ’ ένα από τα απέναντι σπίτια και φαίνεται να κρατάει ομήρους. Ενώ λοιπόν, φίλοι και γείτονες, ως μάρτυρες του αλλόκοτου φόνου, προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν τι συνέβη, σε μια σειρά από flashback, η ιστορία του Brad, αρχίζει σταδιακά να ξετυλίγεται. Όσο αγωνιζόμαστε να καταλάβουμε, το μυστήριο βαθαίνει όλο και περισσότερο, ενώ το προσωπικό και οικογενειακό δράμα που εκτυλίσσεται, διασταυρώνεται με τον τρόμο και την τραγικότητα του αρχαίου δράματος.

Ο Werner Herzog, τοποθετεί τις ιστορίες και τις αγωνίες των ηρώων του στα δυσδιάκριτα όρια πραγματικού και φανταστικού, υπαρξιακού και φιλοσοφικού, μεταφυσικού αλλά και αφόρητα γήινου, περιβάλλοντος. Η περιπέτεια και η μοίρα του ανθρώπου απέναντι στη φύση μα και την ίδια του τη φύση. Ο ίδιος μας εξομολογείται: “Είμαστε περικυκλωμένοι από ξεφτισμένες εικόνες και αξίζουμε νέες. Ίσως να κυνηγάω κάποια ουτοπικά πράγματα, χώρο για την ανθρώπινη τιμή και σεβασμό, τοπία που ακόμα δεν έχουν βεβηλωθεί, πλανήτες που δεν υπάρχουν ακόμα, ονειρικά τοπία. Πολύ λίγοι άνθρωποι σήμερα αναζητούν αυτές τις εικόνες που ανταποκρίνονται στην εποχή που ζούνε, εικόνες που μπορούν να σε κάνουν να καταλάβεις τον εαυτό σου, τη θέση σου στο σήμερα, την κατάσταση του πολιτισμού μας. Είμαι ένας από εκείνους που προσπαθούν να βρουν αυτές τις εικόνες.”

Από το “Aguirre, the Wrath of God”, μέχρι το “Fitzcarraldo” και το “Η σκοτεινή λάμψη των βουνών του Γκάσερμπρουμ” και τις “Συναντήσεις στο τέλος του κόσμου”, το “Fata Morgana” και το “Κόμπρα Βέρντε”, ο Herzog βρίσκεται σε μια ατέρμονη αναζήτηση του γήινου παραδείσου και της ανθρώπινης κόλασης. Ας δούμε όμως μερικές από τις ταινίες που προαναφέραμε.

Το “Fata Morgana” του 1970, είναι μια ταινία που χωρίζεται σε τρία μέρη, τη Δημιουργία, τον Παράδεισο και τη Χρυσή Εποχή. Στη Δημιουργία, το Σύμπαν ταξιδεύει σε απόλυτη ηρεμία, υπάρχουν μονάχα ο ουρανός και η θάλασσα ενώ στις εικόνες απεικονίζονται αμμόλοφοι και επιβλητικά βουνά. Η φωνή της Lotte Eisner (Λότε Άισνερ) διαβάζει αποσπάσματα από το Πόπολ Βου, το ιερό βιβλίο της δημιουργίας της φυλής Κουιτσέ της Γουατεμάλας. Στον Παράδεισο, εμφανίζονται ανθρώπινες μορφές σε διάφορες καταστάσεις και συνθήκες, πάνω στις οποίες μένει, το βλέμμα του σκηνοθέτη. Στο μεταξύ, μια φωνή μας αφηγείται τη ζωή στη γη του Παραδείσου, με εικόνες υποβλητικές, σουρεαλιστικές και υπνωτιστικές. Αντίθετα, η Χρυσή Εποχή είναι ο καιρός της ολοκληρωτικής παρακμής και η Φύση είναι μια έννοια σχεδόν πια ξεχασμένη. Ένα συγκρότημα παίζει μουσική σε μια υπαίθρια πίστα χορού, κάποιοι τουρίστες τριγυρίζουν σ’ ένα ηφαιστειογενές τοπίο, ένας άνδρας με στολή δύτη επιδεικνύει μια θαλάσσια χελώνα…

Στο “The Dark Glow of the Mountains Gasherbrum – Η σκοτεινή λάμψη των βουνών Γκάσερμπρουμ” του 1984, η ταινία καταγράφει το ταξίδι στα Ιμαλάια του μεγάλου αλπινιστή Reinhold Messner (Ράινχολτ Μέσνερ). Ο οποίος, μαζί με τον Χανς Κάμερλαντερ, έχουν ως στόχο να σκαρφαλώσουν στις δύο κορυφές των 8.000 μέτρων, δηλαδή στα Gasherbrum I και II. Το εκπληκτικό του εγχειρήματος των δύο ορειβατών είναι ότι ρίχνονται σ’ αυτήν την περιπέτεια χωρίς φιάλες οξυγόνου, χωρίς να κατασκηνώσουν σε κάποιο σημείο της διαδρομής και κουβαλώντας μαζί τους μονάχα τα ατομικά τους σακίδια. Στη διάρκεια της προετοιμασίας, ο Herzog έχει την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον Messner για τις οργανωμένες αναβάσεις του παρελθόντος και για τον τραγικό θάνατο του αδερφού του Messner και των συντρόφων του, στην ανάβαση του ίδιου βουνού πριν κάποια χρόνια. Οι φιλμαρισμένες λοιπόν εικόνες της κορυφής, είναι ένα αδιάψευστο ντοκουμέντο της επιτυχημένης ανάβασης, αλλά και του μεγάλου κινδύνου του εγχειρήματος.

Έχοντας εξαντλήσει τις εσχατιές αυτού του πλανήτη, δεν υπάρχει απόκρυφη γωνιά που να μην την έχει συμπεριλάβει σε ταινία του. Από τον Αμαζόνιο στη Σαχάρα, από τις Άνδεις στον Νότιο Πόλο, από αέρος και υποβρυχίος, μέσα σε ηφαίστεια, σε παρθένα δάση, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και πέρα από αυτόν. Κάπως έτσι λοιπόν το 2007 θα γυρίσει το “Encounters at the End of the World – Συναντήσεις στο τέλος του κόσμου”. Το οποίο θα τον φέρει στην Ανταρκτική, εκεί όπου υπάρχει μια κοινότητα ανθρώπων, αφοσιωμένοι στις επιστημονικές τους έρευνες. Για πρώτη φορά, ένας ξένος γίνεται δεκτός σ’ αυτήν την κλειστή ομάδα επιστημόνων και φιλοσόφων. Ο Herzog, συνοδευόμενος μονάχα από τον οπερατέρ του, διεισδύει στους πάγους του Νότιου Πόλου, καταγράφοντας σπάνιες εικόνες εξαιρετικής ομορφιάς. Πρόκειται για έναν ακραίο όσο και διαυγή κινηματογραφικό στοχασμό πάνω στα κρυμμένα μυστικά και στην αγνότητα της φύσης.

Η πραγματικότητα για τον Herzog δεν είναι παρά μια απάτη, η επιφάνεια μιας λίμνης που, όπως στο “Bells from the Deep - Καμπάνες από τα Βάθη”, μπορεί να κρύβει στο βυθό της ένα άγνωστο σύμπαν και οι ταινίες του είναι ο μίτος που μας βοηθά να βρούμε το δρόμο σ’ αυτόν τον κρυμμένο μυστικό κόσμο των θαυμάτων. Κάπως έτσι λοιπόν, τον Φεβρουάριο του 1993. ο Herzog βρίσκεται στη Σιβηρία για μια έρευνα σχετικά με την πνευματικότητα του ρωσικού λαού. Στην ταινία αποτυπώνονται οι διάφορες μορφές σαμανισμού, λαϊκών δοξασιών, δεισιδαιμονιών και προκαταλήψεων. Παρακολουθούμε έναν κωδωνοκρούστη που χτυπά τις καμπάνες σαν αυτές να ήταν μουσικό όργανο, ενώ μαθαίνουμε για το θρύλο της βυθισμένης πόλης του Κιτέζ. Επειδή οι Ούννοι και οι Τάταροι την ισοπέδωναν συνεχώς, οι κάτοικοί της παρακάλεσαν το Θεό για τη σωτηρία τους κι εκείνος μετακίνησε την πόλη στο βυθό μιας λίμνης, όπου οι κάτοικοι βρήκαν επιτέλους τη γαλήνη, ψάλλοντας ύμνους και χτυπώντας τις καμπάνες του καθεδρικού ναού. Βλέπουμε εικόνες πιστών που σέρνονται με το αυτί τους κολλημένο στη επιφάνεια της λίμνης, προσπαθώντας ν’ ακούσουν τις καμπάνες από τα βάθη.

Με το όνομά του, να είναι στη λίστα του περιοδικού TIME με τις 100 πιο επιδραστικές προσωπικότητες του πλανήτη για το 2009, πάμε στη συνέχεια να αποδελτιώσουμε μερικά δεδομένα του αινίγματος Herzog:

-    Στα 67 του χρόνια μοιάζει να είναι ακαταπόνητος, παραδίδοντας ακόμα και δύο ταινίες το χρόνο. Στα 48 χρόνια καριέρας του έχει υπογράψει περισσότερες από 55 ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, 18 σκηνοθεσίες όπερας και 5 βιβλία.

-    Η ταραχώδης – στα όρια της αλληλοεξόντωσης – σχέση του με τον παρανοϊκό Κλάους Κίνσκι, τον ηθοποιό – πηγή έμπνευσης, μα και νέμεσή του, αποτυπώθηκε στο βιβλίο του Herzog, My best friend (1990) και στη ρήση του: “Κάθε άσπρη τρίχα στο κεφάλι μου την αποκαλώ Κίνσκι”.

-    Φιτζκαράλντο. Το αξεπέραστο λυρικό αριστούργημα του (βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες, 1982), μια τρίωρη σχεδόν δονκιχωτική φαντασία στη ζούγκλα του Αμαζονίου αλλά κι ένας τιτάνιος άθλος παραγωγής, οι περιπέτειες της οποίας καταγράφηκαν από τον ίδιο στο βιβλίο Conquest of the Useless: Reflections from the making of Fitzcarraldo και στο ντοκιμαντέρ Burden of Dreams (1982).

-    To 1999, στο Φεστιβάλ της Μινεάπολις, συνέταξε τη “Διακήρυξη της Μινεσότα”, ένα μίνι μανιφέστο με αλήθειες και ψέματα για το ντοκιμαντέρ. Άρθρο 6: “Οι κινηματογραφιστές του Cinema Verite θυμίζουν τουρίστες που τραβούν φωτογραφίες ανάμεσα σε αρχαία ερείπια γεγονότων”.

-    Η δουλειά του είναι μια διαρκής πρόκληση των ανθρωπίνων ορίων αντοχής και της μοίρας για τον ίδιο και τους συνεργάτες του. Μεταξύ των άλλων, έχει κάνει γυρίσματα στην κορυφή ενός υπό έκρηξη ηφαιστείου (La Soufriere) στη Γουαδελούπη κι έχει σύρει με αυτοσχέδια καρούλια ένα κανονικό ατμόπλοιο 340 τόνων πάνω απ΄ ένα βουνό των Άνδεων στο Φιτζκαράλντο.

-    Οι κινηματογραφικοί του ήρωες διεκδικούν ακατόρθωτα όνειρα και παλεύουν με επιμονή και γενναιότητα τις δυνάμεις της άγριας φύσης. Όπως έχει πει: “Δεν θέλω να ζήσω σ’ έναν κόσμο χωρίς λιοντάρια και χωρίς ανθρώπους που είναι λιοντάρια”.

-    Είναι φανατικός οπαδός του ταξιδιού με τα πόδια, δραστηριότητα που συστήνει σε κάθε επίδοξο σκηνοθέτη. Το 1974 διένυσε μια απόσταση 500 μιλίων από το Μόναχο στο Παρίσι περπατώντας, προκειμένου να συναντήσει την ετοιμοθάνατη φίλη του και σινεκριτικό Lotte Eisner, πιστεύοντας ότι έτσι θα την κρατήσει λίγο ακόμα στη ζωή. Η Eisner έζησε άλλα 8 χρόνια και αυτός κατέγραψε την μνημειώδη αυτή οδύσσεια του στο βιβλίο “Of walking on ice”.

-    Πάνω απ’ όλα θεωρεί τον εαυτό του σκηνοθέτη τοπίων. “Για μένα ένα αληθινό φυσικό τοπίο δείχνει μια εσώτερη κατάσταση του μυαλού και είναι η ανθρώπινη ψυχή που γίνεται ορατή μέσω των τοπίων στις ταινίες μου”.

Από τη μυθοπλασία στο ντοκιμαντέρ και πάλι πίσω, η φιλμογραφία του διανύει μια πορεία που είναι γεμάτη από στιγμές μεγαλείου, ιδιοφυΐας, γόνιμης φαντασίας, επίπονης παρατήρησης και βαθιάς αλήθειας. Η δουλειά του στο σινεμά αρνείται να υπακούσει σε οποιονδήποτε κανόνα πέρα από αυτόν που υπαγορεύει η εσωτερική του φωνή, το προσωπικό του καθήκον απέναντι στην τέχνη του. Αληθινά ανεξάρτητες με κάθε έννοια της λέξης, οι ταινίες του Herzog δεν γεννιούνται από κανέναν άλλο λόγο πέρα από την ανάγκη του για δημιουργία και τις περισσότερες φορές δεν μοιάζουν με τίποτα απ’ ό,τι έχουμε δει. Πολλές από αυτές έχουν ξεπεράσει τα όρια του μύθου, οι θεματικές τους μετρούν την απόσταση από το πανανθρώπινο ως το προσωπικό, οι μοναδικές εικόνες τους κατοικούν ανεξίτηλες στη μνήμη μας.

Η πραγματικότητα και η μυθοπλασία μπλέκονται αξεδιάλυτα στον κινηματογραφικό του κόσμο, η μία εμπεριέχει ή αλλάζει θέση με την άλλη και η συνύπαρξή τους μοιάζει να κάνει το σινεμά του ακόμη πιο γοητευτικό. Αυτό που το κάνει όμως αληθινά ακαταμάχητο είναι το πάθος και η θέρμη με την οποία δουλεύει, ο τρόπος που κάνει κάθε ταινία του σαν να εξαρτάται η ζωή του από αυτό. Ένα πάθος που δεν μπορεί παρά να περάσει ακέραιο στην οθόνη κι από κει να ηλεκτρίσει τον θεατή, μεταμορφώνοντας κάθε φορά τη συνηθισμένη πράξη του να βλέπεις μια ταινία, στη σχεδόν μυστικιστική εμπειρία του να βλέπεις μια ταινία του Werner Herzog…

Αυτά λοιπόν για τον κινηματογραφιστή, σεναριογράφο, συγγραφέα, παραγωγό, ηθοποιό και σκηνοθέτη όπερας που ακούει στο όνομα Werner Herzog. Για κάποιους, ένας ονειροπόλος, ποιητής, ρομαντικός, συμπονετικός και πνευματώδης οραματιστής. Για άλλους, μεγαλομανής, εμμονοληπτικός, ιδιοφυΐα μα και τύραννος. Και όλα αυτά τη ώρα που ο θρύλος του “πιο σημαντικού εν ζωή σκηνοθέτη”, κατά τον Φρανσουά Τρυφώ, ζει και εδραιώνεται…

The End